Το
πρώτο ελληνικό animation, «Ο Ντούτσε αφηγείται», δημιουργήθηκε τη
δεκαετία του ’40, από το σκιτσογράφο Σταμάτη Πολενάκη. Ο «Ντούτσε»
έμεινε για δεκαετίες χαμένος, μέχρι που βρέθηκε και παρουσιάστηκε στο
κοινό τη δεκαετία του ’80. Ο Πολενάκης ξεκίνησε να φτιάχνει τα σκίτσα το
1942, ολοκληρώνοντάς τα το 1945. Τρία χρόνια αργότερα, εν μέσω εμφυλίου
πολέμου, έκανε τα γυρίσματα σε συνεργασία με τους Πρόδρομο Μεραβίδη και
Παναγιώτη Παπαδούκα.
Πηγές:mathima,IMΕ, e selides,tvxs.gr
Το
«Ξυπόλητο Τάγμα» είναι η αληθινή ιστορία 160 παιδιών, που η δράση τους
πήρε διαστάσεις μύθου όταν διώχτηκαν από τα ορφανοτροφεία της
Θεσσαλονίκης από τους Ναζί κατακτητές στα χρόνια της κατοχής του Bʼ
Παγκοσμίου Πολέμου.
Οι
Γερμανοί αδειάζουν τα δημόσια κτίρια και τα επιτάσσουν. Ανάμεσα σε αυτά
τα κτίρια είναι και αρκετά ορφανοτροφεία. Τα ορφανά πετάγονται στο
δρόμο. Μια ομάδα, απ’ αυτά τα ορφανά, για να επιβιώσουν, παίρνουν τη ζωή
τους στα χέρια τους. Οργανώνονται σαν μυστικός «στρατός», με ιεραρχία
και πειθαρχία. Μόνα τους συγκροτούν ομάδες κρούσης και βοήθειας. Πηγή
για την τροφοδοσία τους είναι τα γερμανικά καμιόνια που κουβαλάνε ψωμί
και τρόφιμα και οι μαυραγορίτες. Τα κλεμμένα μοιράζονται στα ορφανά,
αλλά και σε άλλους κατοίκους της Θεσσαλονίκης που είχαν ανάγκες.Τα
παιδιά του «Ξυπόλυτου Τάγματος» έμειναν στην ιστορία σαν «σαλταδόροι». Ο
θρύλος λέει, πως πέρα από την αρωγή που παρείχαν στο κόσμο, κατάφερναν
με την εξυπνάδα και το κουράγιο τους να βοηθούν την Αντίσταση,
βρίσκοντας τρόπους να φυγαδεύουν στη Μέση Ανατολή Έλληνες, Αμερικάνους
και Εγγλέζους αξιωματικούς, με σκοπό να ενωθούν με τους εκεί συμμαχικούς
στρατούς. Mε το ξυπόλητο Tάγμα, ο Γκρεγκ Tάλλας, μας έδωσε την ατμόσφαιρα της μαύρης απελπισίας που ζούσε η θεσσαλονίκη την εποχή του '40. Έτσι η ταινία του γίνεται ένα ντοκουμέντο της Nαζιστικής τρομοκρατίας και μία μαρτυρία συγκλονιστική.
Ντοκιμαντέρ
αφιερωμένο στο αλβανικό μέτωπο και τις ηρωικές μάχες που έδωσε ο
ελληνικός στρατός στα βουνά της Αλβανίας μετά την ιταλική εισβολή στην
Ελλάδα το 1940. Βετεράνοι του πολέμου καταθέτουν την εμπειρία τους από
τις σημαντικότερες μάχες και μιλούν για τις ακραίες συνθήκες κάτω από
τις οποίες διεξάγονταν οι εχθροπραξίες. Την αφήγηση των γεγονότων
συμπληρώνουν μαρτυρίες κατοίκων της Βόρειας Ηπείρου, οι οποίοι βοήθησαν
σημαντικά στην αντίσταση κατά των Ιταλών.
O Ξέρξης ο ξιφίας γύρισε μια μέρα πολύ στενοχωρημένος από το σχολείο του. Δεν έφαγε τίποτα για μεσημεριανό και κλείστηκε στο
δωμάτιό του. Αυτό ήταν πράγματι παράξενο γι' αυτόν, αφού όλοι γνώριζαν πόσο λιχούδης και γελαστός ήταν.
Η μαμά του, λοιπόν, επειδή κατάλαβε πως κάτι σοβαρό του συμβαίνει, μπήκε σιγά σιγά στο δωμάτιό του και τον βρήκε να κλαίει
ξαπλωμένος στο κρεβάτι του.
— Τι έχεις αγοράκι μου; ρώτησε, παίρνοντάς τον αγκαλιά.
— Αχ, μανούλα μου... Όλοι στο σχολείο με κοροϊδεύουν για τη
μεγάλη σουβλερή μου μύτη! Με φωνάζουν μυτόγκα και δε θέλουν να
παίζουν μαζί μου, γιατί φοβούνται, λένε, πως θα τους χτυπήσω...
Ούτε κανείς κάθεται μαζί μου στο ίδιο θρανίο, για να μην του
σκίσω, λένε, την ποδιά... Κι όλο χαζοαστεία κάνουν με την μύτη
μου: Προχτές, ας πούμε, που έβρεχε, ήρθαν όλοι με ένα μανταλάκι
στο χέρι κι όταν τους ρώτησε η δασκάλα μας τι το θέλανε, βάλανε
τα γέλια και της απαντήσανε πως θα κρεμούσαν τα βρεγμένα ρούχα
τους στη μύτη μου να τα στεγνώσουν! Χτες πάλι, όταν στο μάθημα
της ιστορίας ρωτούσε η δασκάλα πώς βυθίστηκε ο Τιτανικός, πετάχτηκε
το μελανούρι και φώναξε περιπαιχτικά: Μήπως περνούσε ο Ξέρξης
από δίπλα του; Κι όλοι σκάσανε στα γέλια!